Τον ρώτησαν κάποτε τον πυρπολητή Κανάρη, εκείνο το σεμνό ήρωα του ΄21, που έγινε νε κατόπιν ναύαρχος, υπουργός και πρωθυπουργός.
- Πως τον έκανες τον άθλο Ναύαρχε;
Κι αυτός απάντησε:
-Να, ξύπνησα εκείνο το πρωί και είπα:
Απόψε Κωσταντή θα πεθάνεις για την Ελλάδα.
Σ
΄αυτό το "απόψε θα πεθάνεις" βρισκόταν η ηθική δύναμή του. Η ιστορική, η
αμετάκλητη απόφασή του τον έριξε στην Ελληνική θάλασσα, όπλισε τα
στιβαρά του χέρια, άναψε το δαυλό, έκαψε τον τουρκικό στόλο κι έγινε ο
φόβος και ο τρόμος των τούρκων θαλασσινών.
2. Ο Ψαριανός πυρπολητής ο Κωνσταντίνος
Κανάρης, το καλοκαίρι του 1825, ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια με σκοπό να
πυρπολήσει τον εχθρικό στόλο. Σε κάποια ώρα βρέθηκαν χωρίς τροφές και
νερό. Αναγκάζουν τότε ένα αυστριακό ιστιοφόρο που βρέθηκε πλάι τους
κάποια ώρα να τους εφοδιάσει. Τους δίνουν ψωμί, τυρί, ένα βαρέλι
σαρδέλες και νερό.
-Δεν έχω χρήματα για να σου τα πληρώσω τώρα είπε
στον αυστριακό καπετάνιο ο Κανάρης. Γράψε μου όμως σ΄ ένα χαρτί πόσο
κοστίζουν και δως το μου να υπογράψω.
-Δε θέλω τίποτα, απαντά ο Αυστριακός ικανοποιημένος που ξεγλίτωσε εύκολα.
-Φέρε το χαρτί, είπε αποφασιστικά ο Κανάρης και γράψε 2000 γρόσια. Και συμπληρώνει περήφανα, το έθνος μου θα σου τα πληρώσει!
Ο Αυστριακός που δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία, του λέει προκλητικά,
-Μα δεν έχετε κράτος.
Αναστατώνεται η ελληνική ψυχή του Κανάρη και του δίνει πληρωμένη απάντηση
-Δεν έχουμε κράτος, μα θα κάνουμε!
Πέρασαν
από τότε αρκετά χρόνια. Ο Κανάρης είναι τώρα Υπουργός των Ναυτικών. Μια
μέρα μπαίνουν στο γραφείο του ένας παλιός κι αγαπητός συμπολεμιστής
του, μαζί μ΄ έναν άλλο, που ο Κανάρης δεν θυμόταν που τον είχε ξαναδεί.
-Καπετάνιε, τον θυμάσαι τον κύριο;
-Όχι, απαντάει ο Κανάρης.
-Κι
εγώ δυσκολεύτηκα να τον γνωρίσω. Στο τέλος όμως τον θυμήθηκα. Τον
συνάντησα στη Ρουμανία και σου τον φέρνω. Είναι ο Αυστριακός καπετάνιος
που πήραμε από το καράβι του τα τρόφιμα.
Άστραψαν τότε τα μάτια του
Κανάρη. Το πρόσωπό του όλο φωτίστηκε. Ήταν μονάχα γιατί θα ξεπλήρωνε ένα
παλιό του χρέος; Ή και γιατί έφθασε η στιγμή να δικαιωθεί κι εκείνη η
απάντηση που είχε δώσει τότε στον Αυστριακό, <<Δεν έχουμε Έθνος μα
θα κάνουμε!>> Γεμάτος συγκίνηση κι εθνική περηφάνια ρωτάει τον
Αυστριακό:
-Το έχεις εκείνο το χαρτί; Δώσε μου το. Με δισταγμό
εκείνος του το παραδίδει. Αμέσως δίνει διαταγή ο Υπουργός να πληρωθεί το
ποσό στον ξένο πλοίαρχο.
-Δεν πίστευες τότε στα λόγια μου. Τότε δεν
είχαμε Κράτος, το κάναμε όμως! Του πρόσθεσε ο Κανάρης, χαμογελώντας με
εθνική περηφάνια.
Την ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Το ελληνικό του
φιλότιμο. Τη σταθερή του απόφαση στην τελική νίκη. Τι να πρωτοθαυμάσει
κανείς. Ίσως η σύνθεση όλων αυτών των αρετών είναι που διαμορφώνει
προσωπικότητες-πρότυπα για κάθε εποχή!
3. Mεσημέρι της 26ης
Ιουλίου 1822, στα Δερβενάκια. Η περίφημη μάχη, που όπως είναι γνωστό,
στοίχισε στο Δράμαλη την ολοκληρωτική καταστροφή τής τεράστιας στρατιάς
του βρίσκεται στην κρισιμότερη φάση της.
Ο Γέρος του Μοριά,
καθισμένος σ' ένα βράχο, παρακολουθεί με τα. κυάλια του τους τούρκους
που έχουν αρχίσει να τσακίζουν. Ξάφνου ακούει δίπλα του κάπoιo θόρυβο.
Γυρίζει και βλέπει ένα βοσκόπουλο, στηριγμένο στη γκλίτσα του, να
παρακολουθεί κι αυτό τα παλικάρια που ταμπουρωμένα στις πλαγιές της
χαράδρας θέριζαν τους τούρκους με τα καριοφίλια τους.
- Τι
στέκεις έτσι, ορέ Έλληνα, και χαζεύεις; του φωνάζει με τη βρovτερή του
φωνή ο Κολοκοτρώνης. Γιατί δεν τρέχεις και συ να. πολεμήσεις τους
περσιάvους;
- Μα, δεν έχω άρματα, καπετάνιε μου, του δικαιολογήθηκε ο τσοπάνος.
Με τι να πολεμήσω;
-
Με τη γκλίτσα σου, μωρέ Έλληνα! Κι αυτή όπλο είναι. Να κοπανίσεις μια
δυνατή στο κεφάλι ενός τούρκου, να τον σκοτώσεις, να του πάρεις τα
άρματά του κι ύστερα μ' αυτά να πολεμήσεις τους άλλους μουρτάτες.
Το τσοπανόπουλο, χωρίς να δώσει απάντηση, έφυγε τρέχοντας και χάθηκε, πηδώντας στη χαράδρα που γινόταν η μάχη.
Bράδυ
της ίδιας μέρας. Η νύχτα αρχίζει ν' απλώνει τα σκοτεινά πέπλα της στη
φύση. Η μάχη έχει σχεδόν τελειώσει κι οι Έλληνες ρίχνουν τις τελευταίες
τους τουφεκιές. Ο Κολοκοτρώνης παρακολουθεί ικανοποιημένος τους λίγους
Τούρκους, που απόμειναν, να τρέχουν τρομοκρατημένοι, προσπαθώντας να
γλιτώσουν. Εκείνη τη στιγμή παρουσιάζεται μπροστά του ένα θεόρατο
παλικάρι. Κρατά στα χέρια του ένα μαλαμοκαπνισμένο καριοφίλι, το σελάχι
του είναι γεμάτο από ασημοκολλημένες κουμπούρες και το ιδρωμένο πρόσωπό
του μαυρισμένο από τους καπνούς της μάχης.
- Ποιος είσαι συ μωρέ; του φωνάζει ο Γέρος.
-
Δε με γνωρίζεις, καπετάνιε; Είμαι ο τσοπάνος, που έστειλες το μεσημέρι
να πολεμήσει με τη γκλίτσα του. Έκανα όπως μου είπες. Σκότωσα έναν
τούρκο τού πήρα τ' άρματα και... να ‘μαι τώρα, του πρόσθεσε, δείχνοντάς
του την πλουμιστή αρματωσιά του με περηφάνια.
- Μπράβο μωρ’ Έλληνα, του είπε χαρούμενος ο Κολοκοτρώνης. Και ευχαριστημένος, χτύπησε φιλικά το παλικάρι στην πλάτη.